SEARCH AND PRESS ENTER
Thanassis Tsingos

Thanassis Tsingos

Greek
1914 - 1965

Biography

(Ελληνικά)

Ο Θάνος Τσίγκος γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 1914. Από το 1931 έως το 1936 σπουδάζει αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και μέχρι το 1939 εργάζεται ως αρχιτέκτονας. Κατά της διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρετεί στον ελληνικό στρατό αρχικά στη Μακεδονία και ύστερα στη Μέση Ανατολή, όπου φυλακίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο στο Κάιρο για τη συμμετοχή του στο κίνημα του Απριλίου όμως τελικά με τη συνθήκη του Λίβανου η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια και ο Τσίγκος μεταφέρεται στη φυλακή του Κεμπέιτ στο Σουδάν. Εκεί περνά δύο χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων παραδίδει μαθήματα σχεδίου και γράφει ποιήματα και θεατρικά έργα, μέχρι που παραγράφεται το Μεσανατολικό ζήτημα και εκείνος απελευθερώνεται. Το 1947 εργάζεται ως αρχιτέκτονας στη Βραζιλία, μετά από σύσταση του Le Corbusier, δίπλα στους Oscar Niemeyer, Lúcio Costa και Palumbo οι οποίοι εκπονούν σχέδια της νέας πρωτεύουσας της πόλης Μπραζίλια. Τον ίδιο χρόνο εργάζεται και για τη πολεοδομική διαμόρφωση του St. Cloud στο Παρίσι, κοντά στον Le Corbusier. Το 1948 εγκαθίσταται μόνιμα στο Παρίσι και γνωρίζει την μετέπειτα γυναίκα του Χριστίνα Μαυροείδη, ηθοποιό και σκηνοθέτη. Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια αφοσιώνεται στο θέατρο και τη ζωγραφική και δουλεύει ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος για το μικρό θέατρο που ιδρύει μαζί με τη γυναίκα του παρουσιάζοντας έργα των Jean Cocteau, George Bernard Shaw, August Strindberg και άλλων. Τότε έρχεται σε επαφή με προσωπικότητες όπως ο Mark Chagall, ο Pablo Picasso, ο Jacques Prévert και ο Jean-Paul Sartre. Εκθέτει για πρώτη φορά έργα του το 1950 στη Gallerie du Siecle. Το 1953, μετά τον χωρισμό του με τη Χριστίνα, αποσύρεται από το θέατρο και πραγματοποιεί ατομική έκθεση στο Studio Facchetti με έργα άμορφης ζωγραφικής που περιέχουν παράξενους σχηματισμούς και εκρήξεις φιλοτεχνημένες από τα χέρια του, την οποία προλογίζει ο Charles Estienne. Η αντισυμβατική και ξέφρενη ζωή που διατηρεί στο Παρίσι θα συνδεθεί με τη συναισθηματική αμεσότητα των έργων του και δεν θα επηρεάσει την αστείρευτη παραγωγικότητά του. Το 1954 συμμετέχει στο Salon des Réalités Nouvelles και το 1955 παρουσιάζει έργα σε ατομική έκθεση στη γκαλερί Klemper, τα οποία αγοράζονται από το Μουσείο της Βέρνης. Οι συνθέσεις του, ούτε τελείως εικονικές αλλά ούτε τελείως αφηρημένες, απεικονίζουν δάση, κρατήρες, φανταστικά ζώα και βυθούς. Στη συνέχεια εξελίσσει τη χειρονομιακή γραφή και την ανάγλυφη τεχνική του ζωγραφίζοντας τα πρώτα του λουλούδια, στα οποία θα επικεντρωθεί για τα επόμενα έξι χρόνια. Από τότε ξεκινά να παράγει μονοχρωματικούς πίνακες, να δοκιμάζει αντιρεαλιστικούς χρωματικούς συνδυασμούς και να δίνει περισσότερη έμφαση στον αυθόρμητο χειρισμό της παχιάς πάστας πάνω στον καμβά, πλάθοντας υπαινικτικές εικόνες των θεμάτων του. Το 1956 εκθέτει στη νεοσύστατη τότε γκαλερί της Iris Clert μαζί με καλλιτέχνες όπως ο Γιάννης Γαΐτης, ο Pablo Picasso, ο Max Ernst και ο Jean Fautrier και το 1959 πραγματοποιεί έκθεση στις Κάννες, στη Γκαλερί 65. Την ίδια περίοδο πίνακες του αγοράζονται από συλλέκτες στην Ευρώπη, την Αμερική και τον Καναδά ενώ γκαλερί όπως οι Tooth & Son, Hannover και Gallery One προωθούν αδιάκοπα τη δουλειά του. Το 1961 επιστρέφει στην Αθήνα και εκθέτει στη Λέσχη του Μορφωτικού και Εκπολιτιστικού Συλλόγου της Ελευσίνας, στην αίθουσα της Αρχιτεκτονικής (Galerie της Διαρκούς Εκθέσεως Υλικών Δομήσεως και Διακοσμήσεως) στην Αθήνα, και στη Μύκονο. Ύστερα ξεκινά καινούρια σειρά έργων με βάρκες, λιμάνια και κρουαζιέρες. Το 1961 δημιουργεί το έργο Χιροσίμα, μια πολιτικοποιημένη αλληγορία για την εμπόλεμη κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Αργότερα καταπιάνεται με τις ανθρώπινες φιγούρες και τις νεκρές φύσεις από φρούτα, καρπούς δέντρων και οστρακοειδή. Το 1962, ενώ βρίσκεται στο Μιλάνο, η υγεία του αρχίζει να φθίνει λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ. Η τελευταία του ατομική έκθεση πραγματοποιείται στη γκαλερί Ζυγός το 1963. Το 1965 πεθαίνει στην Αθήνα από κίρρωση του ήπατος. Τον ίδιο χρόνο διοργανώνεται αναδρομική έκθεση στο Αρχιτεκτονικό Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Αθήνας. Αν και την περίοδο παραμονής του στο εξωτερικό η πληθωρικότητα και η ζωντάνια του έργου του έλαβε ευρεία αναγνώριση, κατά τη διάρκεια της ζωής του ήταν ένας από τους πιο παραγνωρισμένους ζωγράφους στον ελλαδικό χώρο. Πολλές από τις εκθέσεις του στην Ελλάδα έλαβαν χώρα μετά το θάνατό του. Αναδρομικές εκθέσεις του έχουν πραγματοποιηθεί από την Εθνική Πινακοθήκη (1980), το Centre Pompidou (1980) και το Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Ελευσίνας (2005).

 

Μάρη Σπανουδάκη
Επιμελήτρια & Ερευνήτρια